Ήδη από τον Όμηρο, μία από τις βασικές σημασίες του ρήματος ψηλαφάω/ψηλαφῶ είναι: «προσπαθώ να διαπιστώσω/ελέγξω/εξακριβώσω κάτι με τις άκρες των δακτύλων μου» (όπως συμβαίνει κατεξοχήν με κάποιον που είναι τυφλός ή τυφλωμένος, ή βρίσκεται σε σκοτεινό χώρο). Έτσι, στην Οδύσσεια, ραψ. ι, στίχ. 416, ο (τυφλωμένος από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του) Κύκλωπας Πολύφημος «χερσὶ ψηλαφόων» (ψηλαφώντας με τα χέρια του) μπόρεσε και σήκωσε την πέτρα που έκλεινε την πόρτα της σπηλιάς του.
Το ίδιο και 3 αιώνες αργότερα στις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη: «ἐν τῷ σκότῳ … ψηλαφῶν οὐκ ἐδυνάμην εὑρεῖν [τὸ ἱμάτιον]» (στίχ. 314-315).
Το ίδιο επίσης και στον «Φαίδωνα» (99b) του Πλάτωνα: «φαίνονται ψηλαφῶντες οἱ πολλοὶ ὥσπερ ἐν σκότει». Προβολές 23
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο χριστιανική .
