Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου,
ὑπ. διδάκτορος Δογματικῆς θεολογίας
Στὸ παρὸν ἄρθρο θὰ ἐξετάσουμε ὁρισμένες βασικὲς θέσεις δύο ἐκπροσώπων τοῦ περσοναλισμοῦ, τοῦ E. Mounier καὶ τοῦ G. Marcel.
Emmanuel Mounier
Σὲ μία ἐποχὴ ὅπου ὁ ἄνθρωπος συχνὰ αἰσθάνεται παγιδευμένος ἀνάμεσα στὸν ἀκραῖο ἀτομικισμὸ καὶ στὶς ἀπρόσωπες κοινωνικὲς δομές, ὁ Ἐμμανουὲλ Μουνιέ, Γάλλος φιλόσοφος καὶ ἱδρυτὴς τοῦ κοινωνικοῦ περσοναλισμοῦ, ἐπιχείρησε νὰ διαμορφώσει μία φιλοσοφία ποὺ θὰ ἔθετε στὸ ἐπίκεντρο ὄχι τὸ ἄτομο ὡς ἀπομονωμένη μονάδα, ἀλλὰ τὸ πρόσωπο ὡς ἐλεύθερη, πνευματικὴ καὶ κοινωνικὴ ὕπαρξη.
Ὁ Μουνιὲ ἐμφανίζεται στὸν εὐρωπαϊκὸ μεσοπόλεμο, σὲ μία περίοδο βαθιᾶς κρίσης. Ὁ φιλελεύθερος καπιταλισμὸς εἶχε ὁδηγήσει σὲ κοινωνικὲς ἀνισότητες καὶ ἀποξένωση, ἐνῶ τὰ ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα, εἴτε φασιστικὰ εἴτε σταλινικά, ἀπειλοῦσαν νὰ συνθλίψουν τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία στὸ ὄνομα τῆς ἰδεολογίας ἢ τοῦ κράτους. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ κλῖμα, ὁ Μουνιὲ ἀναζητᾶ μία τρίτη ὁδό.
Γιὰ τὸν ἴδιο, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἁπλῶς βιολογικὸ ἢ οἰκονομικὸ ὄν. Εἶναι πρόσωπο: μία μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη ὕπαρξη μὲ ἐλευθερία, συνείδηση καὶ ἠθικὴ εὐθύνη. Ὡστόσο, τὸ πρόσωπο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀπομονωμένο. Ὁ ἄνθρωπος ὁλοκληρώνεται μόνο μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους καὶ τὴ συμμετοχὴ σὲ μία αὐθεντικὴ κοινότητα.
Ἡ κοινότητα, σύμφωνα μὲ τὸν Μουνιέ, δὲν ταυτίζεται μὲ τὴ μᾶζα οὔτε μὲ τὶς ἀπρόσωπες κοινωνικὲς δομές. Δὲν ἀρκεῖ μία ὁμάδα ἀνθρώπων, γιὰ νὰ ὑπάρξει πραγματικὴ κοινότητα. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση εἶναι ἡ ἀναγνώριση τοῦ ἄλλου ὡς προσώπου καὶ ὄχι ὡς ἐργαλείου ἢ ἀριθμοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἔννοια τῆς ἀγάπης ἀποκτᾶ κεντρικὴ σημασία στὴ σκέψη του: μόνο μέσα ἀπὸ σχέσεις ἀμοιβαίας ἀναγνώρισης καὶ σεβασμοῦ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει αὐθεντικὴ κοινωνικὴ ζωή.
Ἡ κριτικὴ τοῦ Μουνιὲ πρὸς τὸν ἀτομικισμὸ εἶναι ἰδιαίτερα σκληρή. Θεωρεῖ ὅτι ἡ ἀστικὴ κοινωνία καὶ ὁ καπιταλισμὸς μετέτρεψαν τὸν ἄνθρωπο σὲ φορέα συμφερόντων καὶ κατανάλωσης, ὁδηγώντας σὲ ἀπομόνωση καὶ πνευματικὴ πτώχεια. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἀπορρίπτει ἐξίσου τὸν ὁλοκληρωτισμό, καθὼς σὲ αὐτὸν τὸ πρόσωπο ἐξαφανίζεται μέσα στὴ συλλογικότητα καὶ ὑποτάσσεται στὸ κράτος, στὸ κόμμα ἢ στὴ φυλή.
Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει καὶ ἡ στάση του ἀπέναντι στὸν μαρξισμό. Ὁ Μουνιὲ ἔνιωθε ἔντονη ἕλξη πρὸς τὸ ἐπαναστατικὸ καὶ κοινωνικὸ στοιχεῖο τοῦ κομμουνισμοῦ, καθὼς συμμεριζόταν τὴν ἀγωνία γιὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ τὴν ἀνάγκη κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα, ὅμως, δὲν μποροῦσε νὰ ἀποδεχθεῖ τὸν ὑλισμὸ καὶ τὸν αὐταρχισμὸ ποὺ χαρακτήριζαν τὰ κομμουνιστικὰ καθεστῶτα. Ὁ ἴδιος μιλοῦσε γιὰ μία «ἀνεκπλήρωτη ἀγωνία», περιγράφοντας αὐτὴ τὴν ἐσωτερική του σύγκρουση ἀνάμεσα στὴ συμπάθεια καὶ τὴν ἀπόρριψη.
Καθοριστικὴ ἦταν ἐπίσης ἡ σχέση του μὲ τὸν χριστιανισμό. Ὁ Μουνιὲ ἐμπνεύστηκε βαθιὰ ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἀντίληψη περὶ προσώπου, ἀγάπης καὶ ἐνσάρκωσης. Παράλληλα, ὅμως, ἄσκησε ἔντονη κριτικὴ σὲ ἕναν χριστιανισμὸ ποὺ εἶχε, κατὰ τὴ γνώμη του, συμβιβαστεῖ μὲ τὴν ἀστικὴ τάξη καὶ εἶχε χάσει τὸ ριζοσπαστικὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἡ σημασία τῆς σκέψης του σήμερα εἶναι προφανής. Σὲ μία ἐποχὴ κοινωνικῆς ἀποξένωσης, πολιτικῆς πόλωσης καὶ κρίσης ἐμπιστοσύνης, ὁ περσοναλισμὸς τοῦ Μουνιὲ ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια δὲν μπορεῖ νὰ θυσιάζεται οὔτε στὸν ἀτομικὸ ἐγωισμὸ οὔτε στὶς ἀπρόσωπες συλλογικότητες. Ἡ κοινωνία ὀφείλει νὰ ὑπηρετεῖ τὸ πρόσωπο καὶ ὄχι νὰ τὸ ἀπορροφᾶ.
Ἴσως τελικὰ ἡ μεγαλύτερη συμβολὴ τοῦ Μουνιὲ στὴν ἱστορία τῆς εὐρωπαϊκῆς σκέψης νὰ εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἐπιμονή του ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι οὔτε μόνος οὔτε ἐργαλεῖο. Εἶναι πρόσωπο — καὶ μόνο μέσα στὴ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους μπορεῖ νὰ γίνει πραγματικὰ ἐλεύθερος.
Gabriel Marcel
Ὁ Gabriel Marcel τοποθετεῖται συνήθως μέσα στὸ ρεῦμα τοῦ ὑπαρξισμοῦ, ἀλλὰ ἡ σκέψη του διαφοροποιεῖται αἰσθητὰ ἀπὸ ἐκείνη τοῦ Jean-Paul Sartre. Ἐνῶ ὁ Sartre ἐκπροσωπεῖ ἕνα ἄθεο ὑπαρξισμό, ὁ Marcel κινεῖται πρὸς μία χριστιανικὴ κατεύθυνση (παρότι ὁ ἴδιος δὲν ἀποδεχόταν εὔκολα αὐτὴ τὴν ταμπέλα). Ταυτόχρονα, ἡ φιλοσοφία του χαρακτηρίζεται καὶ ὡς περσοναλιστική, ἀφοῦ στὸ κέντρο της βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος ὡς πρόσωπο καὶ ὄχι ὡς ἀφηρημένο ὑποκείμενο. Στὴν πραγματικότητα, γιὰ τὸν Marcel οἱ δύο αὐτὲς κατηγορίες συμπίπτουν: ἕνας ὑπαρξισμὸς ποὺ παίρνει σοβαρὰ τὸ πρόσωπο εἶναι ἤδη μία μορφὴ περσοναλισμοῦ.
Ἡ φιλοσοφική του πορεία δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ χωρὶς ἀναφορὰ στὶς προσωπικές του ἐμπειρίες. Ἰδιαίτερα καθοριστικὴ ὑπῆρξε ἡ περίοδος τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ὅταν ἐργάστηκε στὴν ὑπηρεσία ἀγνοουμένων. Ἐκεῖ βίωσε ἔντονα τὴ σημασία κάθε συγκεκριμένου ἀνθρώπου, καθὼς ἡ ἐνημέρωση μίας οἰκογένειας μὲ ἕνα ἁπλὸ «ναὶ» ἢ «ὄχι» σχετικὰ μὲ τὴν τύψη τοῦ ἀγνοουμένου μποροῦσε νὰ καθορίσει καὶ νὰ σημαδέψει ὁλόκληρη τὴ μετέπειτα ζωή της. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία τὸν ὁδήγησε νὰ ἀπορρίψει τὶς ἀφηρημένες φιλοσοφικὲς κατασκευὲς καὶ νὰ στραφεῖ πρὸς τὴ συγκεκριμένη, ζωντανὴ ὕπαρξη. Δὲν τὸν ἐνδιέφεραν πλέον τὰ συστήματα, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος στὴν πραγματικότητά του.
Αὐτὸ ἐξηγεῖ καὶ τὴ μεθοδολογική του στάση. Σὲ ἀντίθεση μὲ συστηματικοὺς φιλοσόφους ὅπως ὁ Georg Wilhelm Friedrich Hegel, ὁ Marcel ἀποφεύγει κάθε κλειστὸ σύστημα. Ἡ φιλοσοφία του εἶναι μία «φιλοσοφία τοῦ συγκεκριμένου», ποὺ προχωρᾶ μέσα ἀπὸ σταδιακὲς προσεγγίσεις τῆς πραγματικότητας. Ἡ πορεία αὐτὴ μπορεῖ νὰ περιγραφεῖ μέσα ἀπὸ τρεῖς βασικὲς κινήσεις: τὸν θαυμασμὸ ἀπέναντι στὸ εἶναι, τὸν στοχασμὸ πάνω σὲ αὐτὸ ποὺ δίνεται καὶ τὴν ἐξερεύνηση τῆς ἐμπειρίας σὲ βάθος. Δὲν πρόκειται γιὰ μία ψυχρή, ἀντικειμενικὴ ἀνάλυση, ἀλλὰ γιὰ μία προσωπικὴ συμμετοχὴ στὴν πραγματικότητα.
Ἀφετηρία κάθε φιλοσοφίας, κατὰ τὸν Marcel, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη — ὄχι ὅμως μία ἀφηρημένη ἔννοια, ἀλλὰ ἡ δική μου, βιωμένη ὕπαρξη. Ἔτσι ὑπερβαίνεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἡ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὸ ὑποκειμενικὸ καὶ τὸ ἀντικειμενικό, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ταυτόχρονα αὐτὸς ποὺ γνωρίζει καὶ αὐτὸς ποὺ συμμετέχει σὲ αὐτὸ ποὺ γνωρίζει.
Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο ἀναπτύσσονται καὶ οἱ βασικές του ἔννοιες. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ἡ σωματικότητα: ὁ ἄνθρωπος δὲν «ἔχει» ἁπλῶς ἕνα σῶμα, ἀλλὰ εἶναι σῶμα. Τὸ σῶμα δὲν εἶναι ἐργαλεῖο, ἀλλὰ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὑπάρχουμε καὶ σχετιζόμαστε μὲ τὸν κόσμο. Ἡ ἐνσάρκωση, λοιπόν, γίνεται κεντρικὴ γιὰ τὴν κατανόηση τῆς πραγματικότητας.
Ἐξίσου σημαντικὴ εἶναι ἡ διυποκειμενικότητα. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἕνα ἀπομονωμένο ὄν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὑπάρχει σὲ σχέση μὲ ἄλλους. Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ὁ Marcel πλησιάζει στοχαστὲς ὅπως ὁ Martin Buber, τονίζοντας ὅτι ἡ ὕπαρξη εἶναι πάντοτε «εἶναι-μὲ» κάποιον ἄλλον. Ὡστόσο, αὐτὴ ἡ σχέση δὲν σημαίνει συγχώνευση· ἀπαιτεῖ ταυτόχρονα ἐγγύτητα καὶ ἀπόσταση, παρουσία καὶ σεβασμὸ τῆς ἑτερότητας. Στὴν πληρότητά της, αὐτὴ ἡ σχέση παραπέμπει σὲ ἕνα ἀπόλυτο «Ἐσύ», δηλαδὴ στὸ θεῖο.
Μία ἀπὸ τὶς πιὸ χαρακτηριστικὲς συμβολὲς τοῦ Marcel εἶναι ἡ διάκριση ἀνάμεσα στὸ πρόβλημα καὶ τὸ μυστήριο. Ἕνα πρόβλημα εἶναι κάτι ἐξωτερικό, ποὺ μπορῶ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσω ἀντικειμενικὰ καὶ νὰ τὸ λύσω. Ἀντίθετα, ἕνα μυστήριο εἶναι κάτι στὸ ὁποῖο εἶμαι ἤδη ἐμπλεγμένος· δὲν μπορῶ νὰ τὸ τοποθετήσω ἀπέναντί μου, γιατί μὲ ἀφορᾶ ἄμεσα καὶ ὑπαρξιακά. Ἡ ἀγάπη, ἡ ἐλευθερία ἢ ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη δὲν εἶναι προβλήματα πρὸς ἐπίλυση, ἀλλὰ μυστήρια πρὸς βίωση.
Στὸ ἴδιο πνεῦμα ἐντάσσεται καὶ ἡ διάκριση ἀνάμεσα στὸ «εἶναι» καὶ τὸ «ἔχειν». Ὁ Marcel ἀσκεῖ κριτικὴ στὴ σύγχρονη κοινωνία, ἡ ὁποία δίνει προτεραιότητα στὴν κατοχή, στὰ ἀντικείμενα καὶ στὴ συσσώρευση. Ἀντίθετα, ἡ αὐθεντικὴ ἀνθρώπινη ὁλοκλήρωση βρίσκεται στὸ «εἶναι», δηλαδὴ στὴν προσωπικὴ ὕπαρξη καὶ στὶς σχέσεις. Ἡ ἐμμονὴ στὸ «ἔχειν» ὁδηγεῖ τελικὰ σὲ κρίση νοήματος.
Τέλος, ἰδιαίτερη θέση στὴ σκέψη του κατέχουν ἔννοιες, ὅπως ἡ πίστη (fidelity), ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ἀγάπη. Ἡ πίστη δὲν εἶναι μία μηχανικὴ προσκόλληση σὲ ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ μία δημιουργικὴ καὶ προσωπικὴ δέσμευση πρὸς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἡ ἐλπίδα, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀποκτᾶ τὸ πλῆρες νόημά της μέσα σὲ δύσκολες καὶ ὁριακὲς καταστάσεις καὶ δὲν εἶναι ἀτομική, ἀλλὰ διαπροσωπική: «ἐλπίζω σὲ σένα γιὰ ἐμᾶς». Καὶ οἱ δύο αὐτὲς στάσεις, ὅπως καὶ ἡ ἀγάπη, δὲν μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν ὡς ἁπλὰ ἀντικείμενα σκέψης· ἀνήκουν στὸν χῶρο τοῦ μυστηρίου.
Συνολικά, ὁ Marcel ἀντιλαμβάνεται τὴ φιλοσοφία ὄχι ὡς μία ἀποστασιοποιημένη θεωρία, ἀλλὰ ὡς μία μορφὴ συμμετοχῆς στὴ ζωή. Ὁ φιλόσοφος δὲν εἶναι θεατής, ἀλλὰ δρῶν πρόσωπο μέσα στὸν κόσμο. Στόχος του δὲν εἶναι νὰ κατασκευάσει ἕνα σύστημα, ἀλλὰ νὰ συμβάλει στὴν κατανόηση καὶ τὴ βελτίωση μίας πραγματικότητας ποὺ κινδυνεύει νὰ χαθεῖ μέσα στὴν ἀφαίρεση καὶ τὴν ἀπανθρωποποίηση.
Σχόλια ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου
Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση οὐδέποτε ἀπασχολήθηκε ἀπὸ τὸ δίλημμα περὶ προτεραιότητας τοῦ συγκεκριμένου ἢ τοῦ καθολικοῦ, τῆς ἀτομικῆς ὕπαρξης ἢ τῆς οὐσίας, δηλαδὴ —μὲ νεότερους ὅρους— τοῦ ἀτομικισμοῦ ἢ τοῦ κολεκτιβισμοῦ. Γιὰ τοὺς Πατέρες, τὰ δύο αὐτὰ δὲν νοοῦνται χωριστά, καθότι δὲν ὑπάρχει οὔτε οὐσία ἀνυπόστατη οὔτε ὑπόσταση ἀνούσια.
Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ προβληματικὴ περὶ καθόλου καὶ μερικοῦ ἀναδύεται κυρίως μέσα στὴ νεότερη δυτικὴ φιλοσοφία, ἰδίως στὴ διαμάχη τοῦ Δανοῦ ὑπαρξιστῆ Soren Kierkegaard μὲ τὸν Γερμανὸ ἰδεαλιστὴ Georg Wilhelm Friedrich Hegel. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἐπιχείρησαν νὰ ἀπαντήσουν καὶ οἱ σύγχρονοι περσοναλιστές, μετατοπίζοντας τὸ κέντρο βάρους ὄχι πλέον στὴν ἀτομικὴ ὕπαρξη, ἀλλὰ στὴ σχέση, ὅπως συμβαίνει χαρακτηριστικὰ στὸν Emmanuel Mounier.
Ἡ ἀπόδοση, ὅμως, τέτοιων μεταγενέστερων φιλοσοφικῶν κατηγοριῶν στὴν ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι, τουλάχιστον, ἀναχρονιστική. Πολλοὶ σύγχρονοι ὀρθόδοξοι μεταπατερικοὶ θεολόγοι, ἐπιδιώκοντας νὰ καταστήσουν τὸν χριστιανισμὸ περισσότερο διαλογικὸ μὲ τὴ σύγχρονη κοινωνία, υἱοθέτησαν ἄκριτα περσοναλιστικὲς προκείμενες ξένες πρὸς τὴν πατερικὴ παράδοση.
Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ ταύτιση ποὺ κάνει ὁ Marcel τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ σῶμα του —ἡ θέση δηλαδὴ ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν «ἔχει» σῶμα, ἀλλὰ «εἶναι» τὸ σῶμα του— ἡ ὁποία ἐπανεμφανίζεται σὲ διάφορα ἐγχειρίδια σύγχρονων ὀρθόδοξων θεολόγων, ὅπως τοῦ Νησιώτη ἢ τοῦ Μπέγζου. Πρόκειται, ὡστόσο, γιὰ φιλοσοφικὴ προκείμενη ποὺ ἀνήκει σὲ διαφορετικὸ ὁρίζοντα σκέψης καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μεταφέρεται ἀβίαστα στὴν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία. Τὸ ἴδιο μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν διάκριση ἀτόμου καὶ προσώπου ποὺ κάνουν οἱ περσοναλιστές. Αὐτὴ ἡ διάκριση δὲν ὑπάρχει στὴν πατερικὴ θεολογία, καθότι τὸ ἄτομο δὲν ἔχει καμία ἀρνητικὴ συμπαραδήλωση, ἁπλῶς σημαίνει αὐτὸ ποὺ δὲν τέμνεται περαιτέρω, δηλαδὴ τὴν ὑπόσταση. Ἔτσι, γιὰ τὴ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ θεολογία ὁ ἄνθρωπος δὲν καλεῖται νὰ γίνει πρόσωπο, καθότι εἶναι ἤδη πρόσωπο ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς σύλληψής του. Τὸ πρόσωπο δὲν ἔχει καμία ἀξιολογικὴ ἢ ἠθικὴ σημασία γιὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία.
Ἀκόμη, θὰ θέλαμε νὰ σημειώσουμε ὅτι ἡ κριτική μας δὲν στρέφεται ἐναντίον τῶν ἴδιων τῶν σύγχρονων φιλοσόφων· αὐτοὶ κινοῦνται ἐντὸς ἑνὸς διαφορετικοῦ πνευματικοῦ καὶ μεθοδολογικοῦ πλαισίου. Στρέφεται, ἀντίθετα, πρὸς τὶς διάφορες θεολογικὲς προσεγγίσεις ποὺ υἱοθετοῦν ἄκριτα φιλοσοφικὲς κατηγορίες ἄγνωστες στὴν παράδοσή μας, παρουσιάζοντας αὐτὲς μάλιστα ὡς αὐθεντικὰ ὀρθόδοξες. Οἱ προκείμενες αὐτὲς ἔχουν πλέον εἰσχωρήσει τόσο βαθιὰ στὸ σύγχρονο θεολογικὸ φαντασιακό, ὥστε συχνὰ θεωροῦμε ὅτι ἐκεῖνο ποὺ διαφοροποιεῖ τὴν Ὀρθοδοξία ἀπὸ τὴ λατινικὴ Δύση εἶναι ἡ «πρόταξη τοῦ προσώπου» ἢ τῆς σχέσης. Λησμονοῦμε, ὅμως, ὅτι ὁ χριστιανικὸς περσοναλισμός, τουλάχιστον στὴ νεότερη συστηματική του μορφή, ἀποτελεῖ γέννημα τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ φιλοσοφικοῦ χώρου καὶ ὄχι ὀργανικὴ συνέχεια τῆς πατερικῆς θεολογίας.
Θὰ ἐπανέλθουμε στὸ μέλλον καὶ μὲ ἄλλους περσοναλιστὲς φιλοσόφους…



