
Στη δημοσιότητα δόθηκε το χειρόγραφο συλλυπητήριο σημείωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη προς την οικογένεια του δολοφονημένου Νικήστρατου στην Κρήτη. Ένα σύντομο, προσωπικό μήνυμα· λίγες λέξεις συμπάθειας, μια ευχή, μια βαρυσήμαντη υπογραφή. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό να γεννά περισσότερες σκέψεις απ’ όσες φαίνονται με την πρώτη ματιά.
Όχι επειδή είναι κακό να γράφει ένας Πατριάρχης προσωπικά. Το αντίθετο. Σε μια εποχή όπου όλα μοιάζουν μηχανικά και ΑΙ προϊόντα , η χειρόγραφη γραφή διατηρεί ακόμη κάτι από τη ζεστασιά της ανθρώπινης παρουσίας. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν το σημείωμα είναι ειλικρινές. Το ερώτημα είναι γιατί χρειάζεται κάθε φορά να προβάλλεται ηχηρά ένα μικρό ιδιωτικό τεκμήριο για να αισθανθεί ο κόσμος ότι πίσω από τον εκκλησιαστικό μηχανισμό υπάρχει ακόμη άνθρωπος.
Γιατί η αλήθεια είναι πως κατά την πρόσφατη παρουσία του στην Αθήνα κυριάρχησε ξανά η γνωστή εικόνα της απόστασης. Πρωτόκολλα, συνοδείες, λόγοι, επίσημες εμφανίσεις, αυστηρή σκηνοθεσία κύρους. Όλα προσεκτικά οργανωμένα, όλα θεσμικά άψογα — και όμως σχεδόν τίποτα δεν άγγιζε πραγματικά την καθημερινή αγωνία των ανθρώπων. Σαν να υπάρχει πάντοτε μια αόρατη γυάλινη επιφάνεια ανάμεσα στον εκκλησιαστικό θρόνο και στον κόσμο που πονά.
Και τότε εμφανίζεται ένα χειρόγραφο χαρτί για να λειτουργήσει περίπου ως απόδειξη ευαισθησίας.
Σαν να μας λέγει σιωπηρά: «υπάρχει και η ανθρώπινη πλευρά». Μόνο που η ανθρώπινη πλευρά ενός θεσμού δεν αποδεικνύεται εκ των υστέρων. Φαίνεται στον τρόπο που στέκεται δίπλα στον άνθρωπο πριν δημιουργηθεί δημόσια συγκίνηση, πριν υπάρξει πίεση της κοινής γνώμης, πριν χρειαστεί επικοινωνιακή αποκατάσταση.
Δεν είναι θέμα συμψηφισμών πένθους ούτε ανάγκη να συγκριθούν διαφορετικές τραγωδίες. Είναι όμως δύσκολο να μη διαπιστώσει κανείς ότι η Εκκλησία σήμερα συχνά μοιάζει πιο άνετη μέσα στη μεγαλοπρέπεια του τελετουργικού της παρά μέσα στην αμηχανία της ανθρώπινης οδύνης. Και αυτό γίνεται όλο και πιο ορατό.
Γιατί ο πενθών άνθρωπος δεν ζητά μεγαλόστομες διατυπώσεις. Δεν ζητά δημόσιες σχέσεις με άρωμα συγκίνησης. Ζητά παρουσία. Χρόνο. Βλέμμα. Σιωπή που να αντέχει να μείνει λίγο ακόμη δίπλα του χωρίς να βιάζεται να επιστρέψει στο πρόγραμμα της ημέρας.
Η μνήμη άλλωστε δεν χρειάζεται υπενθύμιση. Όποιος έχασε άνθρωπο δεν περιμένει από κανέναν να του πει «να τον θυμάστε». Τον κουβαλά ήδη μέσα του καθημερινά, σαν δεύτερη ύπαρξη.
Αυτό που λείπει σήμερα δεν είναι οι λέξεις. Είναι η δυνατότητα του θεσμού να παραμένει ανθρώπινος χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά ένα χειρόγραφο σημείωμα για να το αποδείξει και στη συνέχεια να το προβάλλουν οι παρατρεχάμενοι όχι για να το πιστώσουν στον Πατριάρχη αλλά για να αποδείξουν οι ίδιοι την δική τους αφοσίωση στο πρόσωπό του. Και αυτό είναι μια τραγική διαπίστωση που μαστίζει την κάθε μορφή εξουσίας.



