Δύο κορίτσια. Δύο παιδιά μόλις 17 χρονών.
Δύο ψυχές που δεν πρόλαβαν να ζήσουν, να ερωτευτούν, να χαρούμενη τη ζωή,να κάνουν λάθη, να γελάσουν πραγματικά, να ονειρευτούν χωρίς φόβο για το αύριο.
Και όμως, βρέθηκαν να κοιτούν το κενό από τον έκτο όροφο μιας πολυκατοικίας, πιστεύοντας αλλά και δείχνοντάς μας πως το κενό μέσα τους ήταν ακόμη βαθύτερο.
Δεν είναι απλώς μια ακόμη τραγική είδηση που θα περάσει για λίγες μέρες στα δελτία και ύστερα θα ξεχαστεί.
Είναι ένα εκκωφαντικό χαστούκι προς όλους μας.
Προς μια κοινωνία που έμαθε να απαιτεί αλλά όχι να ακούει.
Προς ένα σχολείο που διδάσκει εξισώσεις αλλά όχι πώς να αντέχεις τον πόνο και να διαχειρίζεσαι την απόρριψη.
Προς οικογένειες που πολλές φορές βλέπουν βαθμούς αλλά όχι δάκρυα.
Προς μια Εκκλησία που συχνά μιλά για αμαρτία αλλά δυσκολεύεται να σκύψει πάνω από την απελπισία ενός παιδιού και να του μιλήσει όχι μόνο με παραβολές αλλά σε χρόνο μέλλοντα.
Προς όλους εμάς που συναντάμε καθημερινά ανθρώπους διαλυμένους εσωτερικά και τους προσπερνάμε επειδή «φαίνονται καλά».
Το σημείωμα της 17χρονης δεν είναι απλώς λίγες γραμμές σε ένα χαρτί.
Είναι κραυγή.
Είναι ένας ψίθυρος πόνου που για χρόνια δεν άκουσε κανείς.
«Εδώ και τρία χρόνια είμαι σε μια κατάσταση κατάθλιψης…»
Τρία ολόκληρα χρόνια.
Τρία χρόνια ένας άνθρωπος βυθιζόταν στο σκοτάδι και κανείς δεν το κατάλαβε αυτό ενώ γύρω του ο κόσμος συνέχιζε κανονικά.
Πήγαινε σχολείο, ίσως χαμογελούσε, ίσως απαντούσε «καλά είμαι» όταν τη ρωτούσαν, ενώ μέσα της κατέρρεε λίγο λίγο κάθε μέρα.
Και μετά έρχονται οι Πανελλήνιες.
Η πιο σκληρή και αποκρουστική λέξη για χιλιάδες παιδιά στη χώρα μας.
Μια κοινωνία ολόκληρη χτίζει στο μυαλό τους την ιδέα ότι σε λίγες εξετάσεις κρίνεται η αξία τους, το μέλλον τους, η ζωή τους.
Αν πετύχεις, αξίζεις.
Αν αποτύχεις, χάθηκες.
Πόσο τρομακτικό είναι για ένα παιδί 17 χρονών να πιστεύει ότι το μέλλον του τελείωσε πριν καν αρχίσει;
Πως πρέπει να ένιωθε αυτό το παιδί για να γράψει:
«Δεν μπορώ να δω τίποτα θετικό»;
Αυτή η φράση θα έπρεπε να παγώσει την κοινωνία ολόκληρη.
Γιατί όταν ένας νέος άνθρωπος δεν μπορεί να δει ούτε μια χαραμάδα φωτός, τότε κάπου όλοι αποτύχαμε.
Αποτύχαμε να του μάθουμε ότι η ζωή δεν τελειώνει σε μια αποτυχία.
Ότι η αξία του δεν είναι οι βαθμοί του.
Ότι η ψυχή του αξίζει περισσότερο από κάθε κοινωνική προσδοκία.
Και ίσως το πιο ανατριχιαστικό απ’ όλα είναι πως αυτά τα παιδιά πιθανότατα δεν ήθελαν πραγματικά να πεθάνουν.
Ήθελαν να σταματήσει ο πόνος.
Ήθελαν να σωπάσει αυτή η φωνή μέσα τους που τους έλεγε καθημερινά πως δεν είναι αρκετές.
Ήθελαν κάποιος να τις αγκαλιάσει πραγματικά και να τους πει:
«Μείνε όπως είσαι. Θα περάσει. Είσαι σημαντική. Σε βλέπω.»
Αλλά πολλές φορές οι άνθρωποι που φωνάζουν πιο δυνατά είναι εκείνοι που δεν ακούγονται ποτέ.
Και τώρα;
Τώρα όλοι θα μιλήσουν.
Θα γραφτούν άρθρα, θα γίνουν αναρτήσεις, θα ακουστούν μεγάλες κουβέντες για τη νεολαία και την ψυχική υγεία.
Και ύστερα;
Ύστερα η ζωή θα συνεχιστεί όπως πριν.
Τα σχολεία θα συνεχίσουν να γεννούν άγχος.
Οι γονείς θα συνεχίσουν να κυνηγούν επιδόσεις.
Η κοινωνία θα συνεχίσει να χειροκροτεί την «επιτυχία» και να κρύβει κάτω από το χαλί την κατάθλιψη, τη μοναξιά, τον φόβο.
Μόνο που κάπου, σε κάποιο δωμάτιο, ίσως υπάρχει ακόμη ένα παιδί που διαβάζει σιωπηλά, που χαμογελά μηχανικά, που νιώθει βάρος στην ψυχή και σκέφτεται ότι δεν αντέχει άλλο.
Και το πραγματικό ερώτημα είναι ένα:
Θα το δούμε εγκαίρως αυτή τη φορά;Θα το προλάβουμε πριν κάνει το απονενοημένο λάθος;
Γιατί καμία εξέταση, κανένα κοινωνικό πρέπει, καμία αποτυχία και καμία «τέλεια εικόνα» δεν αξίζει περισσότερο από μια ανθρώπινη ζωή.
Και γιατί στο τέλος της ημέρας, τα παιδιά δεν χρειάζονται έναν κόσμο που να τα κρίνει διαρκώς.
Χρειάζονται έναν κόσμο που να τα κρατά όρθια όταν καταρρέουν.



