
Ἡ Ταβέννη εἶναι ἕνα μικρὸ νησάκι στο Νεῖλο ποταμό, στὴν περιοχὴ τῆς Ἄνω Αἰγύπτου. Σε κάποιο ἀπόμερο σημεῖο του ἱδρύθηκε γυναικεῖο μοναστήρι, στὸ ὁποῖο μόναζαν τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Παχωμίου, στις ἀρχές τοῦ τετάρτου αἰῶνος, πάνω ἀπὸ τετρακόσιες μοναχές.
Σε αὐτὸ τὸ κοινόβιο ἔλαμψε μὲ τὴν ἀρετή της ἡ παρθένος Ἰσιδώρα, ὅπως ἀναφέρει ὁ Παλλάδιος στὸν Εὐεργετινό. Ἡ Ἰσιδώρα ὑποκρινόταν τὴ σαλή ἐξευτελίζοντας καθημερινὰ τὸν ἑαυτό της. Φοροῦσε ράκη καὶ ἐκτελοῦσε τὶς πιὸ ταπεινωτικές ἐργασίες τοῦ μοναστηριοῦ.
Τῆς ἄρεσε νὰ ὑπηρετεῖ σὰν δούλη ὅλες τὶς ἀδελφές χωρὶς ἐξαίρεση. Ἐκεῖνες πάλι ἀντὶ γιὰ ἀνταμοιβή τὴν περιφρονοῦσαν τόσο, ποὺ καὶ ἀπὸ τὴν τράπεζα καὶ τὸ ναὸ τὴν ἔδιωχναν. Ἔτσι ἡ ταπεινή Ἰσιδώρα ἔτρωγε τὰ ἀποφάγια, ποὺ περίσσευαν στὰ πιάτα, ζαρωμένη στο πεζούλι τοῦ τζακιοῦ τοῦ μαγειρείου, καὶ ἄκουγε τὶς ἀκολουθίες χειμῶνα καὶ καλοκαίρι καθισμένη στὰ σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ.
Βίωνε πραγματικά τὸ λόγο τοῦ Κυρίου μας «ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ἡμῖν εἶναι πρῶτος ἔσται ὑμῶν δοῦλος» (Ματθ. κ’ 26-27) καὶ τοῦ θεοκήρυκος τῶν ἐθνῶν «εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι ἐν ὑμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός» (Α’ Κορινθ. γ’ 18).
Ήταν ἀδύνατο νὰ περάσει ἡμέρα χωρὶς νὰ σηκώσει στοὺς ὤμους της ἕναν καινούριο σταυρό, χωρὶς νὰ δεχθεῖ τὶς ὕβρεις…
➪ Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο orthodoxia.gr


