
Η λέξη “θέατρον” ανήκει σε μία από τις πιο εντυπωσιακές λεξιλογικές οικογένειες της Ελληνικής. Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα “θεάομαι-ῶμαι” ( = βλέπω, κοιτάζω με προσοχή) και αρχικά σήμαινε τον τόπο θέασης — εκεί από όπου κοιτάζεις.
◆ Από την ίδια ρίζα ξεπηδά ολόκληρη οικογένεια:
θεατής (αυτός που κοιτάζει),
θέαμα (αυτό που κοιτάζεται),
θεωρός (αυτός που παρατηρεί),
θεωρία (η πράξη του βλέπειν),
θεωρείο, θεατρικός, θεατρίνος…
Ακόμα και το σύγχρονο “θεωρώ” ( = σκέφτομαι, νομίζω) κουβαλά μέσα του τη θέαση: σκέφτομαι σημαίνει, κατά βάθος, κοιτάζω προσεκτικά. Η μετάβαση από τη θέαση στη θεωρία — από τα μάτια στον νου — είναι μία από τις πιο αξιοσημείωτες σημασιολογικές διαδρομές της γλώσσας μας.
◆ Η λέξη «θέατρον» κρύβει μια ιδιαιτερότητα: σημαίνει ταυτόχρονα τον τόπο (το κτίριο) και το θέαμα (την παράσταση). Στην ελληνιστική πόλη, το θέατρο δεν ήταν μόνο χώρος ψυχαγωγίας· ήταν ο πολιτικός, θρησκευτικός και αισθητικός πνεύμονας της πόλης. Τον καιρό του Παύλου η Κόρινθος είχε θέατρο 14.000 θέσεων. Η Έφεσος, 25.000 — μέσα σε αυτό ξέσπασε η στάση του πλήθους που περιγράφεται στις Πράξεις (19,29).
◆ Ο Απόστολος Παύλος, που δίδαξε στις μεγάλες αστικές μητροπόλεις (Κόρινθος, Έφεσος, Θεσσαλονίκη, Φίλιπποι, Αθήνα), χρησιμοποιεί εικόνες από τον ελληνιστικό αστικό κόσμο — και αυτό τον διαφοροποιεί ριζικά από τη γλώσσα των Ευαγγελίων. Ο Ιησούς μιλά σε αγροτικό κόσμο: σπόρος, θερισμός, βοσκός, πρόβατα. Ο Παύλος μιλά σε αστικό: στάδιον, βραβεῖον, στέφανος, ἀγών, πολίτευμα, θέατρον.
◆ Έτσι, στην Α΄ προς Κορινθίους (4,9) μιλώντας για το αποστολικό έργο, σε μια σπάνια εξομολόγηση μόχθου και προσωπικής οδύνης, γράφει:
❝ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν
ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θ έ α τ ρ ο ν ἐγενήθημεν
τῷ κόσμῳ καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις❞
Εδώ η λέξη θέατρον χρησιμοποιείται με τη δεύτερη σημασία: όχι “τόπος”, αλλά “θέαμα.”
◆ Στην πολύ παραστατική αυτή εικόνα, οι απόστολοι είναι αυτός που τον κοιτάζουν ως θέαμα. Το «ὡς ἐπιθανατίους» (= σαν καταδικασμένους σε θάνατο), παραπέμπει στη ρωμαϊκή αρένα, όπου οι καταδικασμένοι εμφανίζονταν ως θέαμα στο τέλος των αγώνων («ἐσχάτους») — η τελευταία και πιο ταπεινή πράξη.
◆ Και το κοινό αυτού του θεάτρου είναι οι άγγελοι, που απορούν, και οι άνθρωποι, που περιγελούν . Ολόκληρη η πραγματικότητα, ορατή και αόρατη, γίνεται θεατής. Ο απόστολος: θεώμενος, εκτεθειμένος — χωρίς παρασκήνιο.
Από τη θέαση στη θεωρία, και από τη θεωρία στο θέαμα: η λέξη «θέατρον» κάνει, μέσα σε μία πρόταση του Παύλου, ολόκληρο τον κύκλο της.
πηγή: ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ


